Ελληνικά

Μήδεια: Tο σύμβολο του απόλυτου κακού

By February 22, 2021No Comments

Σκότωσε τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άντρα της που την απάτησε, κι έγινε το αιώνιο σύμβολο του απόλυτου κακού. Τη γνωρίζουμε όλοι. Είναι η Μήδεια, η ηρωίδα του ομώνυμου έργου ενός μεγάλου ποιητή και δάσκαλου του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο· του Ευριπίδη.

Ο Ευριπίδης έχει χαρακτηριστεί ο «από σκηνής φιλόσοφος» διότι αντιμετωπίζει στοχαστικά τα θέματα που τον απασχολούν. Η «Μήδεια» γράφεται το 431 π.Χ. σε μια περίοδο που αρχίζει να παρακμάζει ο κλασικός ελληνικός κόσμος, και ο Ευριπίδης μπαίνει σε μια διαδικασία αμφισβήτησης των παραδοσιακών πολιτισμικών αξιών και αντιλήψεων για τους κοινωνικούς θεσμούς. Επιχειρεί μάλιστα να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ελληνικότητας και να δει κατά πόσο αυτή έχει να κάνει με το βιολογικό γένος.

Η Μήδεια, η ηρωίδα του δράματος, είναι ένα πρόσωπο από την ελληνική μυθολογία, η κόρη του βασιλιά της Κολχίδας. Όταν ο Ιάσονας -ο αρχηγός της Αργοναυτικής εκστρατείας- φτάνει στην Κολχίδα, η Μήδεια τον ερωτεύεται και τον βοηθά να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο δέρας. Τον ακολουθεί, αποκτά μαζί του παιδιά και αποφασίζει να εγκαταλείψει τον τόπο της, να μεταναστεύει στην Κόρινθο για να ζήσει μαζί του.

     Το δραματικό έργο ξεκινά με την τροφό του σπιτιού, δηλαδή την γκουβερνάντα των παιδιών, η οποία φανερώνει στο κοινό ότι ο Ιάσονας εγκατέλειψε τη Μήδεια και πήρε για γυναίκα του την κόρη του Κρέοντα, του βασιλιά της Κορίνθου. Στη θεατρική σκηνή ανεβαίνει κι ο «παιδαγωγός», δηλαδή ο δούλος που έχει τη φροντίδα των παιδιών, ο οποίος πληροφορεί την τροφό ότι ο Κρέοντας σκοπεύει να διώξει τη Μήδεια και τα παιδιά της από την Κόρινθο, και ότι ο Ιάσονας δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την τύχη τους.

     Μέσα από το σπίτι ακούγονται οι θρήνοι και οι κατάρες της Μήδειας. Σε λίγο, η απατημένη γυναίκα πλησιάζει τα κορίτσια του χορού και τους μιλάει για τον άνδρα της που της κατέστρεψε τη ζωή, και γενικότερα για τα προβλήματα και τη δύσκολη θέση των γυναικών. Ο βασιλιάς Κρέοντας τη διατάσει να πάρει τα παιδιά της και να φύγει από τη χώρα του, επειδή φοβάται την εκδικητική της διάθεση. Εκείνη τον καθησυχάζει, του λέει ότι δε σκοπεύει να κάνει κακό, αλλά εκμυστηρεύεται στα κορίτσια του χορού τα σκοτεινά της σχέδια. Κατηγορεί τον Ιάσονα για την αγνωμοσύνη του απέναντί της· εκείνη για χάρη του εγκατέλειψε την πατρίδα της και τους δικούς της και τον έσωσε από θανάσιμο κίνδυνο ενώ προσπαθούσε να πάρει από την Κοχλίδα το χρυσόμαλλο δέρας . Ο Ιάσονας την αντικρούει λέγοντάς της ότι όλες οι ενέργειές της οφείλονταν στο πάθος της προς εκείνον και ότι από τον εκπατρισμό της κερδισμένη βγήκε, καθώς πολιτογραφήθηκε στον ελληνικό χώρο που τον διακρίνει η έννομη τάξη. Δικαιολόγησε, μάλιστα, και τον νέο του γάμο λέγοντας ότι τον έκανε για να εξασφαλίσει τα παιδιά του. Ένιωσε και την ανάγκη να ασκήσει και δριμεία κριτική σε όλες τις γυναίκες.

     «Σεις οι γυναίκες νομίζεται πως όλα δικά σας είναι, αν όμως κάποιο κακό στο γάμο σας συμβεί, τα πιο καλά κι ωφέλιμα εντελώς εχθρικά τα λέτε· έπρεπε με κάποιον άλλο τρόπο οι άνθρωποι παιδιά να αποκτούσαν, και γένος θηλυκό στον κόσμο να μην ήταν, κι έτσι κακό κανένα στον κόσμο δε θα ήταν».

     Ο χορός, που παρακολουθεί τη σκηνή, κακίζει τον Ιάσονα. Στη συνέχεια, η Μήδεια ψιθυρίζει στον χορό τα ύπουλα και μοχθηρά της σχέδια: να δηλητηριάσει με μαγικό πέπλο τη νέα γυναίκα του άντρα της, να σκοτώσει τα παιδιά της και να φύγει από την Κόρινθο. Μάταια ο χορός προσπαθεί να την πείσει να μην πραγματοποιήσει όλα αυτά τα σκοτεινά που έχει βάλει στο μυαλό της κι έτσι καλεί τον Ιάσονα.

Η Μήδεια προσποιείται ότι έχει μετανιώσει για όσα τού είπε κατά την προηγούμενη συνάντησή τους και τον παρακαλεί να ενεργήσει έτσι ώστε να μη διωχθούν τα παιδιά της, τα οποία θέλει να τα στείλει στη νέα νύφη για να της προσφέρουν δώρα. Ο Ιάσονας φεύγει από τη σκηνή, και τότε η Μήδεια ξεσπά. Το βάθος του πάθους της γίνεται απροκάλυπτη οργή για τη διάψευση, για τη λύση του όρκου, για την ταπείνωσή της:

«Πέπλο λεπτό και ολόχρυσο στεφάνι γι’ αυτήν· κι αν τα στολίδια παίρνοντας στο σώμα της τα βάλει, θάνατο φοβερό θα βρει κι αυτή κι όποιος αυτήν αγγίξει· με τέτοια δηλητήρια τα δώρα μου θ’ αλείψω. Εδώ όμως σταματώ το λόγο αυτό που άρχισα· αλλά αναστενάζω για ότι πρέπει να κάνω ύστερα· θα σκοτώσω τα παιδιά μου δηλαδή· κανείς από τα χέρια μου δε θα μπορέσει να γλιτώσει. Έκανα λάθος  τότε, όταν εγκατέλειψα το πατρικό μου σπίτι λόγια άντρα Έλληνα ακούοντας, που με τη βοήθεια του θεού θα έχει τιμωρία. Γιατί ούτε τα παιδιά που έκανε μαζί μου θα δει ποτέ ζωντανά στο εξής ούτε από τη νεόνυμφη παιδιά θα αποκτήσει, επειδή σαν κακιά που είναι με τρόπο κακό είναι ανάγκη θάνατο να βρει απ’ τα δικά μου δηλητήρια».

     Στην επόμενη σκηνή, ο παιδαγωγός αναγγέλλει στη Μήδεια ότι τα δώρα της έχουν δοθεί στη νέα νύφη και την παρηγορεί για τον επικείμενο χωρισμό από τα παιδιά της. Εκείνη παίρνει τα παιδιά κοντά της και τα χαϊδεύει τρυφερά. Στο μεταξύ, ένας αγγελιαφόρος κάνει την εμφάνισή του και διαδίδει τα φοβερά νέα: πως η νέα νύφη αλλά και ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κρέοντας, δηλητηριάστηκαν από τα δώρα της Μήδειας. Ο χορός θρηνεί τα θύματα της Μήδειας, αλλά εκείνη δείχνει ότι δεν μπορεί να ελέγξει την εκδικητική της μανία. Απελπισμένος ο χορός των κοριτσιών παρακαλεί τη Γη και τον Ήλιο να κάνουν κάτι για τη σταματήσουν, αλλά φευ· σε λίγο ακούγονται οι στριγκλιές των παιδιών που σκοτώνονται από το χέρι της μάνας τους. Ο Ιάσονας με βαθύτατη οδύνη ανακράζει:

     «Ω, μισητή, ω, πιο μισητή απ’ όλες τις γυναίκες και στους θεούς και σ’ εμένα και σ’ όλο το γένος των θνητών, συ που στα παιδιά που γέννησες να μπήξεις σπαθί βάσταξες κι εμένα χωρίς παιδιά μ’ αφάνισες!»

     Στην έξοδο του έργου, η Μήδεια λέει ότι θα κρατήσει στο άρμα της τα νεκρά παιδιά της για να τα ενταφιάσει η ίδια, και δε θα αφήσει τον Ιάσονα να τα αγγίξει και να τα φιλήσει:

«ΙΑΣΟΝΑΣ: Πολυαγαπημένα μου παιδιά!

ΜΗΔΕΙΑ: Στη μάνα τους, όχι σε σένα!

ΙΑΣΟΝΑΣ: Κι όμως τα σκότωσες.

ΜΗΔΕΙΑ: Εσένα για να βλάψω.

ΙΑΣΟΝΑΣ: Αλίμονο, θέλω ο δύστυχος το στόμα των παιδιών μου να φιλήσω.

ΜΗΔΕΙΑ: Τώρα τα αναζητάς, τώρα τα φιλάς, ενώ τότε τα έδιωξες.

ΙΑΣΟΝΑΣ: Δωσ’ μου για των θεών το όνομα των παιδιών μου το τρυφερό κορμί να το αγγίξω.

ΜΗΔΕΙΑ: Δε γίνεται· μάταια έχεις χάσει τα λόγια σου.

      Ο Ευριπίδης με το έργο αυτό ψυχογραφεί μια πληγωμένη γυναίκα εντοπίζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της που την κάνουν να πάρει εκδίκηση για τη βλάβη που της έκαναν ζημιώνοντας παράλληλα τον ίδιο της τον εαυτό. Η Μήδεια κερδίζει κατά κάποιο τρόπο τη συμπάθεια του κοινού και το αίσθημα φρίκης  από την αποκρουστική πράξη της να θυσιάσει τέσσερις αθώους απαλύνεται κάπως με την επινόηση τού «από μηχανής θεού» και τη μαγική αποχώρηση της ηρωίδας από τη σκηνή. Ο ποιητής κλείνει το συναρπαστικό του έργο με τον χορό που αποδίδει στο θέλημα των θεών τη δραματική εξέλιξη των γεγονότων.

     «Ο Δίας στον Όλυμπο, πολλά κρατάει κι ανέλπιστα πολλά στέλνουν οι θεοί· αυτά που περιμέναμε δεν έγιναν και κάποιος θεός βρήκε τρόπο για τα ανέλπιστα. Τέτοιο τέλος είχε και η περίπτωση αυτή».

Image result for μηδεια

    

Skip to toolbar