Η Lebensphilosophie του Νίτσε—η φιλοσοφική σχολή που επικεντρώνεται στην ποιότητα της ζωμένης εμπειρίας—επηρεάζεται βαθιά από την προ-Σωκρατική ελληνική σκέψη. Παίρνοντας έμπνευση από σκεπτικούς όπως ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, ο Νίτσε δημιουργεί μια μοναδική προοπτική για την ύπαρξη που συνδυάζει την αρχαία σοφία με τις δικές του καινοτόμες αντιλήψεις.

Ο Ηράκλειτος ανέπτυξε δόγματα διαρκούς αλλαγής και μια δυναμική ενότητα των αντιθέσεων, προοπτικές που θέτουν τη σκηνή για τον δυναμισμό της κοσμοαντίληψης του Νίτσε. Εμπνευσμένος από τον Ηράκλειτο, η ζωή, για τον Νίτσε, γίνεται ένα αιώνιο ρεύμα καθώς απορρίπτει ακίνητες έννοιες της αλήθειας υπέρ ενός συνεχούς καταστάσεως του γίνεσθαι. Αυτό το γίνεσθαι είναι το υλικό της Lebensphilosophie. Είναι για αυτό που η φιλο-σοφία είναι η αγάπη της σοφίας, όχι η αγάπη της αλήθειας. Το γίνεσθαι είναι η συνεχής κατάσταση του μάθησης, της ανάπτυξης, του ταξιδιού αλλά ποτέ του φτάνειν.

Αντιθέτως, η πρόταση του Παρμενίδη για μια μοναδική, μη αλλοιούμενη πραγματικότητα εμπλέκει τον Νίτσε σε μια φιλοσοφική “κούρσα” των γνώσεων. Ο Νίτσε προκαλεί την παραδοσιακή διχοτομία μεταξύ του είναι και του γίνεσθαι, υποστηρίζοντας μια θετική αποδοχή των πολυπλοκοτήτων της ζωής, τόσο χαρούμενων όσο και τραγικών. Το Είναι στον κόσμο είναι πάντα ήδη γίνεσθαι. Το γίνεσθαι είναι το είναι της αισθητικής, δηλαδή, η φύση της επίγνωσης του εαυτού στον κόσμο.

Κεντρικό στην Lebensphilosophie του Νίτσε είναι το έννοια της αιώνιας επιστροφής, που ηχεί την κυκλική φύση της προ-Σωκρατικής σκέψης. Για τους αρχαίους, η ζωή, με όλες τις πτυχές της, φαντάζεται να επαναλαμβάνεται ατέλειωτα, τονίζοντας τη συνδεδεμένη φύση και τη συνέχεια της ύπαρξης. Για τον Νίτσε, το τέλος του γίνεσθαι είναι το στιγμιαίο του θανάτου, όταν κάποιος έχει την ευκαιρία για μια θετική αποδοχή όλων όσα έχουν κάνει στη ζωή—θετικά, αρνητικά, σωστά, λάθη. Η αιώνια επιστροφή είναι η έννοια ότι εάν στο πολύ τέλος της ζωής, κάποιος μπορεί να επιλέξει όλη την εμπειρία της ζωής του σαν να ήταν να γεννηθεί ξανά μόνο για να ζήσει την ακριβώς ίδια ζωή, τις ίδιες υποφερτικές, χαρές, λάθη, και απώλειες, τότε αυτό το άτομο είναι πραγματικά ελεύθερο. Αυτή είναι η μεγάλη αποδοχή της υπαρξιακής σκέψης του Νίτσε.

Η φιλοσοφία του Νίτσε συμφωνεί με την προ-Σωκρατική έμφαση στην ατομική εμπειρία και υποκειμενικότητα. Απορρίπτοντας αφηρημένες αλήθειες, προτρέπει σε μια προσωπική και εμπειρική συμμετοχή στη ζωή, ενώ παραλληλίζει την προ-Σωκρατική έμφαση στην προσωπική σοφία και τη σημασία των ζημιών.

Επιπλέον, ο Übermensch του Νίτσε, επίσης ονομάζεται “υπεράνθρωπος” ή “υπεράνθρωπος”, αντικατοπτρίζει τον προ-Σωκρατικό κυνηγητή της ανθρώπινης αριστείας. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες προσπαθούσαν να εκφράσουν την πληρότητα των δυνατοτήτων τους, ο Νίτσε φαντάζεται τους ανθρώπους να υπερβαίνουν κοινωνικούς κανόνες, να αγκαλιάζουν τις μοναδικές, δημιουργικές τους ικανότητες και να φτάνουν σε νέα ύψη αυτοσυνειδησίας. Στην ελληνική παράδοση αυτό ονομάζεται “αρετή”.

Κατά την ουσία, η Lebensphilosophie του Νίτσε συνδυάζει ενδελεχώς τις θεμελιώδεις ιδέες της προ-Σωκρατικής Ελλάδας, προσφέροντας ένα πειστικό πλαίσιο για την κατανόηση και την πλοήγηση στις πολυπλοκότητες της ζωής. Είναι ένα φιλοσοφικό κεντημένο που αρμονίζει άψογα την αρχαία σοφία με τις καινοτόμες συνεισφορές του Νίτσε, δημιουργώντας ένα φακό μέσα από τον οποίο μπορούμε να εξετάσουμε το αιώνιο χορό της ύπαρξης. Κυρίως, όμως, η Lebensphilosophie μας καλεί να ασχοληθούμε με το να γίνουμε ο καλύτερός μας εαυτός.